24 Μαΐου 2016

Η δυστυχισμένη μελισσούλα

Γιάννης Κουτσουμανίδης Στ'1 2015-2016
Μια φορά και έναν καιρό, σε μια μακρινή χώρα, την «Λουλουδούπολη», ζούσε με την οικογένειά της μια μικρή μελισσούλα, η Αγγελική. Ζούσαν σε ένα παλιό σπασμένο φαναράκι κήπου. Παρόλο όμως που αυτό το φαναράκι ήταν φθαρμένο και σπασμένο, μπορούσε και κρατούσε ασφαλή την οικογένεια σε όλες τις εποχές του χρόνου. Το καλοκαίρι με τις ζέστες, το χειμώνα με τα κρύα και τα χιόνια, το φθινόπωρο και την άνοιξη με τις βροχές. Πάντα τους προστάτευε. Η Αγγελική αγαπούσε πολύ το σπίτι της και ήταν πολύ χαρούμενη που έμενε σε αυτό. Άρα, δεν ήταν αυτό που την απασχολούσε και την έκανε δυστυχισμένη...
Μάλλον θα ήταν τα φυτά και τα λουλούδια του κήπου που είχαν μαραθεί. Κι όμως, ούτε αυτό ήταν. Μα τι είχε επιτέλους αυτή η μελισσούλα! Φίλους είχε, την πεταλούδα και την πυγολαμπίδα , πήγαινε στο καλύτερο σχολείο της Λουλουδούπολης, το Μεγάλο Τριφύλλι. Τι είχε πάθει; Θα σας πω εγώ τι είχε πάθει. Ήταν ένα μυστικό που κανείς δεν ήξερε τι ήταν, μόνο αυτή το ήξερε.

     Να, το πρόβλημα της ήταν η οικογένεια της! Η οικογένειά της ήταν η χειρότερη που μπορείτε να φανταστείτε. Όλη την ώρα, τσακωμούς ήταν. Μία ο πατέρας με την μητέρα, μία η μητέρα με τον γιο, μια ο γιος με τον πατέρα και μετά όλοι μεταξύ τους. Γινόταν χαμός, πού να σας τα λέω.

Η Αγγελική φυσικά δεν έπαιρνε ποτέ μέρος σε τέτοιους καβγάδες. Ήταν μια καλή και ευγενική μελισσούλα που της άρεσε να παίζει, να γελάει και να διαβάζει βιβλία. Γενικά, ήταν μια πολύ εξωστρεφής μελισσούλα. Όμως η οικογένειά της εκεί, μέσα στους καβγάδες! Δεν την υπολόγιζαν ποτέ, σαν να μην υπήρχε.

    Κι έτσι που λέτε, μια μέρα η Αγγελική δεν άντεξε άλλο τέτοια φασαρία και τέτοιους καβγάδες και μέσα στη νύχτα μάζεψε τα πράγματά της κι έφυγε. Πήγε να μείνει στο θείο της. Με τον θείο της περνούσε τις πιο ευτυχισμένες ώρες της ζωής της. Τον αγαπούσε πάρα πολύ. Ήταν ο μοναδικός άνθρωπος που την καταλάβαινε. Η Αγγελική μπήκε στο σπίτι κι ο θείος της την καλωσόρισε με χαρά. Κάτι όμως δεν πήγαινε καλά με τον θείο της. Βλέπετε, ήταν γέρος πια. Είχε φτάσει τριών χρονών πια, δε θα άντεχε άλλο. Ο θείος της άρχισε να βήχει πάρα πολύ έντονα.

-Τι έχεις θείε, είσαι καλά; Τι σου συμβαίνει;

-Τίποτα κοριτσάκι μου. Πήγαινε να ξαπλώσεις, τώρα θα έρθω κι εγώ να σε καληνυχτίσω.


    Την σκέπασε, της είπε κι ένα παραμύθι και όταν αυτή επιτέλους κοιμήθηκε, ο θείος της έκλεισε τα φώτα, της έδωσε μια αγκαλιά με δάκρυα στα μάτια και της είπε αντίο. Ο θείος της πέθανε μέσα στη νύχτα και η μικρή Αγγελική δεν τον ξαναείδε. Από τότε η ζωή της δεν ήταν ποτέ ίδια.


    Μέχρι τα ένα-μισή της, έμεινε στο σπίτι της γιαγιάς της και μετά έφυγε για πάντα στην Αστερούπολη. Εκεί έκανε την δική της οικογένεια. Άρχισε μια καινούργια ζωή. Ήταν η καλύτερη μητέρα. Αν ζούσε ο θείος της, θα ήταν περήφανος για αυτήν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου